ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2011: ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2011:
ΜΕ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ

20 χρόνια υποδούλωσης ακόμα στους ντόπιους και διεθνείς τοκογλύφους!!


Ξ Ε Σ Η Κ Ω Θ Ε Ι Τ Ε!!!!!

ΙΟΥΝΙΟΣ 2013:

ΤΡΟΪΚΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ :
Πραξηκοπηματικό κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης και ραδιοφώνου!
Ηρθε η ώρα να τους σταματήσουμε.

ΟΛΟΙ ΣΤΙΣ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ!!!!


ΙΟΥΛΙΟΣ 2014:

Γενοκτονία εις βάρος των Παλαιστινίων απο το Ισραήλ!
Να συσταθεί 2η Νυρεμβέργη!


16 Φεβρουαρίου 2015:

ΟΧΙ στην δικτατορία της Ευρωζώνης!
ΟΥΤΕ ΒΗΜΑ ΠΙΣΩ!




Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Απο το παζάρι στα εμπορικά κέντρα*

Από το παζάρι

στα εμπορικά κέντρα*

του Γιώργου Σημαιοφορίδη†, αρχιτέκτονα
 
Στo κέντρο της πόλης οι τράπεζες, στις περιφέρειές της τα


εμπορικά κέντρα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, αυτή η

ανομολόγητη συνθήκη της σύγχρονης μεγαλούπολης είναι

συναρτημένη, και στις δύο περιπτώσεις, με τον θεό του

χρήματος. «Αναλήψεις» και «καταθέσεις», οι δύο πόλοι

μεταξύ των οποίων κινείται το εκκρεμές το οποίο αιωρείται

χρονομετρώντας τη ζωή μας. Στο κείμενο που ακολουθεί

γίνεται μια απόπειρα ανάγνωσης του ενός από τα δύο φαι-

νόμενα, των εμπορικών κέντρων.

Η νέα και αυξημένη κατανάλωση σε αντικείμενα και είδη

καθημερινής χρήσης (κυρίως ρουχισμού και οικιακού εξο-

πλισμού), συνδυασμένη με τη συμφόρηση του κέντρου της

πόλης (όπου ανέκαθεν πραγματοποιούνται οι παραδοσια-

κές εμπορικές δραστηριότητες), οδήγησε στην αναζήτηση

χώρων για την ανέγερση οικοδομημάτων με εμπορικές

λειτουργίες, σε άλλες περιοχές, ανάλογα με το εισοδημα-

τικό επίπεδο της ζωής των κατοίκων τους. Σιγά σιγά, στους

άξονες των μεγάλων κυκλοφοριακών αρτηριών, στα

βόρεια προάστια και στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας,

αλλά και στις αναπτυσσόμενες επαρχιακές πόλεις της

Ελλάδας, εμφανίστηκαν και συνεχίζουν να εμφανίζονται

–πληθωρικά και αλόγιστα– οι σύγχρονοι «ναοί» της κατα-

νάλωσης και του εμπορίου. H εποχή του «Μινιόν», του

«Λαμπρόπουλου», του «Ατενέ», φαίνεται να έχει περάσει

ανεπιστρεπτί. Τα λίγα μεγάλα λαϊκά καταστήματα, απόηχοι

του οικονομικού θαύματος της δεκαετίας του 1960, παρέ-

δωσαν δίχως αντίσταση τη σκυτάλη στα σύγχρονα εμπο-

ρικά κέντρα.

H τυπολογική προέλευση του εμπορικού κέντρου είναι το

μεγάλο κατάστημα του 19ου αιώνα, αλλά και το σούπερ

μάρκετ με το ξενοδοχείο, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στην

Aμερική. Ωστόσο, το εμπορικό κέντρο στην Eλλάδα δεν

είναι τίποτα από τα προηγούμενα. Είναι μια κατασκευή

–δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν πρόκειται για περισσότερα

του ενός οικοδομήματα ή μόνο για ένα–, που αφορά Χ

τετραγωνικά μέτρα ανά όροφο, προς ενοικίαση ή πώληση.

Το εμπορικό κέντρο είναι μια άλλη «πολυκατοικία». Πρό-

σφορο πεδίο εργολαβικής δράσης, του κέρδους δίχως

ουσιαστική προσφορά στην πόλη και τη ζωή της. Το

μεγάλο κατάστημα έχει δηλωμένη τη σφραγίδα του ιδιο-

κτήτη, της εταιρίας ή επιχείρησης, στην οποία ανήκει.

Χώρος εμπορίου και κατανάλωσης ναι, αλλά χώρος με

κάποια ταυτότητα και ατμόσφαιρα. Το σούπερ μάρκετ

είναι κατ’ εξοχήν χώρος κατανάλωσης τροφίμων, μέσα και

έξω από την πόλη, μιας νευρωτικής και οn the road ζωής.

Το ξενοδοχείο είναι χώρος της πρόσκαιρης ή παρατετα-

μένης διαμονής σε πόλεις που η κοινωνική δημόσια ζωή

δεν βρίσκεται στους δρόμους και τις πλατείες, αλλά στους

ειδικά διαμορφωμένους εσωτερικούς χώρους του. Το

μεγάλο κατάστημα, το σούπερ μάρκετ, το ξενοδοχείο,

έχουν το καθένα τους μύθους του ή τη σχετική περί αυτού

μυθολογία: τη μοντέρνα ζωή της πρωτεύουσας-μεγαλού-

πολης, την οριζόντια επέκταση, το όνειρο της ανεξαρτη-

σίας και την ψύχωση με το δρόμο. Το εμπορικό κέντρο;

Το εμπορικό κέντρο έχει τη σφραγίδα του εργολάβου, την

ταυτότητα των μικροϊδιοκτητών ή ενοικιαστών του, και τον

μάταιο μύθο του σύγχρονου Κροίσου.

H εμφανής πολυτέλεια της κατασκευής και η παραδοξο-

λογία της μορφής αποσκοπούν στην έλξη της πελατείας

μέσα από το λούστρο και τη γυαλάδα των επενδύσεων

(μάρμαρα, πλακίδια, μέταλλα, γυαλί). H στιλπνότητα αυτών

των κατασκευών συνδυάζεται με το είδος του εμπορίου.

Συχνά η αναζήτηση μιας ελκυστικής εικόνας οδηγεί στην

έκφραση ή στην υποδήλωση κάποιας ιστορικής αναφο-

ράς, που εξαντλείται στη διακόσμηση των προσόψεων και

κάποιων επιμέρους στοιχείων, λες και η ιστορία αφορά

μόνο την επιφάνεια και όχι το βάθος των πραγμάτων.

Χαρακτηριστική είναι η ονομασία πολλών εμπορικών

κέντρων όπως Αγορά, Domus, Αίθριο κ.ά. Τα ονόματα

αυτά μοιάζει να αναζητούν τη νομιμοποίηση της υπόστα-

σής τους σε πολύ μακρινές αλήθειες. Γιατί κάθε άλλο παρά

αγορά, domus ή αίθριο είναι αυτά τα οικοδομήματα.

Όμως, οι λέξεις εκδικούνται, όταν ο ανεμπόδιστος αυτός

λατρευτικός μεταμοντερνισμός καταλήγει στο ρastiche της

ιστορίας και από εκεί κατευθείαν στην κακογουστιά των


περισσότερων εμπορικών κέντρων, κακογουστιά στην

οποία συντρέχουν και άλλοι λόγοι. Στα εμπορικά κέντρα

δεν διακρίνεται μια ιδέα διάπλασης του χώρου, της κάτο-

ψης και της τομής, πέρα από την ορθολογική διάταξη των

υπό εκμετάλλευση χώρων. Παρ' όλες τις προσπάθειες να

συνδυάσουν μνήμες δρόμου και πλατείας, ημιδημόσιου

εσωτερικού χώρου, περάσματος και επαφής, τα εμπορικά

κέντρα πάσχουν τελικά στη σύνθεση, στο τι είδους κτίριο,

οικοδόμημα, οργανισμός θέλουν να είναι. Και ας προσπα-

θούν να μας πείσουν ότι η Αγορά της Κηφισίας κατάγεται

από την αρχαία ελληνική αγορά και τη Στοά του Αττάλου.

Λησμονούν, όσοι πιστεύουν κάτι τέτοιο, το σημαντικότερο

γεγονός: Ότι στις αρχαίες ελληνικές πόλεις η αγορά είναι

το κέντρο της κοινωνικής ζωής, το πλαίσιο εμφάνισης των

πολιτικών θεσμών της πόλης. Όμως, αυτό που έχει σημα-

σία, για τους Eλληνο-Iταλούς αρχιτέκτονες και εργολάβους

του εμπορικού συγκροτήματος, και για όσους ασχολήθη-

καν ποικιλοτρόπως μέχρι τώρα μαζί του, είναι μόνο η ακα-

νόνιστη γεωμετρική διάταξη των κτιριακών όγκων και οι

δήθεν μορφολογικές αναφορές του στην ιστορία.

Ωστόσο, τα εμπορικά κέντρα έχουν διεισδύσει για τα καλά

στη ζωή μας. Τα βλέπουμε στους δρόμους και στις γειτο-

νιές, σε περιοδικά και σε εφημερίδες, πηγαίνουμε σ' αυτά

για ν' αγοράσουμε κάτι ή να χαζέψουμε. Oρισμένες οικο-

γένειες τα έχουν εντάξει στο χρόνο της αναψυχής τους.

Μερικοί τα θαυμάζουν. Άλλοι δυσανασχετούν. H «επιτυ-

χία» τους οφείλεται, μεταξύ άλλων, τόσο στην αλλαγή που

συνέβη στον τρόπο της εμπορικής συναλλαγής, όσο και

στην εξασθένηση του δημόσιου βίου στις πόλεις. Από τον

πλανόδιο πωλητή που έφερνε τις πραμάτειες του στο

σπίτι, στα καταστήματα με τα εδώδιμα αποικιακά προϊόντα,

στα μαγαζιά της γειτονιάς, στα σούπερ μάρκετ, στην υπε-

ραγορά και στα εμπορικά κέντρα δεν άλλαξαν μόνο οι

εμπορικές σχέσεις, αλλά και οι σχέσεις κοινωνικής επαφής,

ενδεχομένως και η ιδέα μας για την πόλη. Όπως είναι

γνωστό, τα εμπορικά κέντρα συγκεντρώνουν τις εμπορικές

δραστηριότητες, αντίθετα με τη διασπορά τους σε περισ-

σότερα σημεία. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι συνυφασμένα,

ορισμένα δε αποκλειστικώς εξαρτημένα, από τη χρήση

του αυτοκινήτου. H «αποκέντρωση» αφορά τις αποστά-

σεις και τις μετακινήσεις σε σχέση με το κέντρο της πόλης,

δυνατότητα που προσφέρει ακριβώς η ελεύθερη ατομική

μετακίνηση.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν δεν αφορούν, ή μάλλον

υπερβαίνουν, την αποδοχή ή απόρριψη των εμπορικών

κέντρων, για ν' αγγίξουν το βάθος του φαινομένου. Τη

δυνατότητα που έχουν τα εμπορικά κέντρα να υπάρξουν

ως χώροι ζωής, με την ανάλογη ένταση, ποιότητα και

ατμόσφαιρα, που είχαν μέχρι πρότινος οι προκάτοχοί

τους, όσον αφορά τις τυπικές εμπειρίες της εμπορικής

συναλλαγής και της δημόσιας διατροφής: η αγορά και τα

πωλητήρια, το φόρουμ και οι ταβέρνες, το μπαζάρ και το

σουκ, η πλατεία, οι λότζιες και οι μποτέγκες, τα μαγαζιά και

οι σκεπαστές αγορές, τα μεγάλα καταστήματα... Χώροι και

κτιριακοί όγκοι, σημαντικοί, όχι μόνο για τη ζωή και την

ατμόσφαιρα μιας πόλης, αλλά με έντονη θεατρικότητα, τη

θεατρικότητα της καθημερινής ζωής, όπως ταιριάζει στο

εμπόριο. Με δυο λόγια, χώροι πολιτισμού και κουλτούρας.

Ποιες είναι οι αληθινές αναμνήσεις σου επιστρέφοντας

από τα εμπορικά κέντρα προς το σπίτι, μέσα στο αυτοκί-

νητο; Θα σκέφτεσαι άραγε... «Ας παραδεχτούμε ότι είμα-

στε εκσυγχρονισμένοι, μέχρι την επόμενη οικονομική

κρίση, που θα μετατρέψει τους “ναούς” της κατανάλωσης

σε νησίδες ερειπίων;» Ή, μήπως, πού θα βάλεις και τι θα

κάνεις όλα αυτά που αγόρασες απόψε;

* Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Το Τέταρτο 32/1987 και

στο βιβλίο Γ. Σημαιοφορίδης, Διελεύσεις: Κείμενα για την αρχιτεκτο-

νική και τη μετάπολη, Metapolis Press, Αθήνα 2005.

Περι κατεδαφισης η μη της δημοτικης αγορας Κορινθου

Δημήτρης Φατούρος: αρχιτέκτονας, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δημιουργός μουσείων, δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων


«Το παρελθόν δεν είναι στοιχείο να μας πηγαίνει προς τα πίσω...»

Η αρχιτεκτονική βρέθηκε σε πρώτο πλάνο στην καθημερινή ζωή τα τελευταία τρία χρόνια, όπου κατά την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας υπήρξε οικοδομική έξαρση τόσο σε καινούργια κτίρια και κατασκευές (που συζητήθηκαν κατά κόρον) όσο και σε αναπαλαιώσεις, αναστηλώσεις, επισκευές και επεκτάσεις ιστορικών και μη κτιρίων. Τώρα η Αθήνα έχει μεγαλώσει και αλλάξει εντυπωσιακά. Είναι όμως η πόλη του 21ου αιώνα;
...Η Μπιενάλε Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής στο Γκάζι έθεσε εκτός των άλλων τα προβλήματα και ερωτήματα για τα κτίρια και τις πόλεις του επόμενου αιώνα.
Την ίδια στιγμή και η παλιά φρουρά των αρχιτεκτόνων δημιουργών βλέπει με σκεπτικισμό το μέλλον του σχεδιασμού των πόλεων και των συνθηκών ζωής των ανθρώπων.

Η συζήτηση μ' έναν από τους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής γενιάς, τον καθηγητή Δημήτρη Φατούρο, είναι συναρπαστική, αλλά αναδεικνύει και τις σκέψεις ενός διανοούμενου του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για το μέλλον της ανθρώπινης κοινότητας.....

Το διαχρονικό στην αρχιτεκτονική
-Τι σημαίνει διαχρονικό στην αρχιτεκτονική;

«Σημαίνει ότι ένα έργο ακόμα κι αν έχει τα χαρακτηριστικά του ύφους και των αναγκών της εποχής που χτίζεται, ακόμα και ύστερα από πολλά χρόνια κρατάει τη σημασία του, κρατάει την αξία του. Η αρχική του σύλληψη και τα επιμέρους χαρακτηριστικά του ισχύουν και έπειτα από είκοσι και έπειτα από τριάντα χρόνια, είναι διαχρονικό».

Τα διαχρονικά κτίρια, μέσα σε μια πόλη που μεγαλώνει και εξελίσσεται, πώς λειτουργούν;

«Ακόμα κι ένα κτίριο που εκφράζει μόνο και μόνο την εποχή του και δεν ανταποκρίνεται σε καινούργιες (ύστερα από 50 χρόνια) ανάγκες είναι ένα σημείο αναφοράς όχι μόνο για την εποχή του αλλά για την πόλη ολόκληρη. Γιατί η πόλη πρέπει να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, συγχρόνως όμως να έχει και την ταυτότητα της προηγούμενης διαδρομής της. Αλλιώτικα γίνεται μια πόλη η οποία δεν έχει μνήμη. Βέβαια και αυτές οι πόλεις έχουν ενδιαφέρον, αλλά είναι διαφορετικές οι πόλεις που έχουν μια διαχρονική ταυτότητα».
.....
«Η δυσκολία είναι να καταλάβεις τι είναι το παρελθόν. Το παρελθόν δεν μπορεί να έρχεται στην τέχνη, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην πολιτική ζωή ως ένα στοιχείο που σε πηγαίνει προς τα πίσω για να μιμηθείς. Λογαριάζεις τι κρατάς και τι δεν κρατάς. Σέβεσαι όλα τα στοιχεία, ακόμα και αυτά που δεν τα χρησιμοποιείς σήμερα. Αρα και το κτίριο εκείνο μιλάει για τη σχέση με τη γη, μιλάει για διαμόρφωση, και αυτά τα στοιχεία τα βρίσκουμε και στα γνωστά κλασικά σύνολα και στα νεότερα. Δηλαδή ο τρόπος που ο εξωτερικός χώρος συνομιλεί με τον εσωτερικό χώρο, ο τρόπος που το κτίριο τοποθετείται μέσα στο περιβάλλον του, είναι ένα στοιχείο διαχρονικό».

Πηγή: Απο συνεντευξη του στην Ελευθεροτυπία